Ο Βαθμός Μεταφραστικής Δυσκολίας

της Εύης Κλούρα

Πολύ συχνά οι μεταφραστές καλούνται να εξεταστούν στη μετάφραση είτε πρόκειται σε επίπεδο σπουδών είτε στο δημόσιο για την πρόσληψη σε κάποια θέση εργασίας. Με ποια κριτήρια όμως επιλέγονται τα προς μετάφραση κείμενα; Τα κριτήρια πρέπει να βασίζονται σε γλωσσικά χαρακτηριστικά του κειμένου-πηγή ή σε χαρακτηριστικά που έχουν σχέση με τη σημασιολογία και την πραγματολογία; Ή μήπως για την επιλογή των κειμένων πρέπει να λάβουμε υπόψη και μια άλλη παράμετρο, αυτή της γνωσιακής διάστασης;

Θα προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε την έννοια του Βαθμού Μεταφραστικής Δυσκολίας (εις το εξής ΒΜΔ), και κατά πόσο η έννοια αυτή μπορεί εν τέλει να προσδιοριστεί στα πλαίσια ενός μοντέλου, όπως έχουν ήδη επιχειρήσει η Φ. Μπατσαλιά και η Ε. Σελλά, ή εάν τελικά αποτελεί μια συνισταμένη, η οποία διαφοροποιείται από περιβάλλον σε περιβάλλον και από άτομο σε άτομο και κατά πόσο είναι εφικτό να προσδιοριστούν με ακρίβεια όλες οι συνιστώσες της.

Κατ’αρχάς, οι δημοσιεύσεις που αφορούν το ΒΜΔ είναι συνήθως ένα αμάλγαμα διαφορετικών εννοιών που σε γενικές γραμμές είναι οι εξής:

1. Η θεωρία της μετάφρασης και η διδακτική της: η μετάφραση δεν είναι μια απλή γλωσσική διαδικασία που βασίζεται στη στείρα γνώση μιας γλώσσας αφετηρίας και μιας γλώσσας άφιξης, αλλά μια πολύπλευρη, σύνθετη και δυναμική διαδικασία που ενεργοποιεί τόσο τον γλωσσικό όσο και τον εξωγλωσσικό εξοπλισμό του μεταφραστή. Δεν μεταφράζουμε λέξεις αλλά νοήματα γλωσσικώς εκπεφρασμένα. Οπότε από τη στιγμή που η μετάφραση αυτή καθεαυτή είναι μια σύνθετη διαδικασία, καταλήγουμε ότι τόσο η διδακτική της όσο και ο καθορισμός του ΒΜΔ είναι εξίσου σύνθετες διεργασίες.

2. Η έννοια του κειμένου και το κειμενικό είδος: τα κείμενα έχουν κατηγοριοποιηθεί με βάση δύο ερωτήματα: «Ποιος είναι ο σκοπός του κειμένου;» και «Ποιο είναι το θέμα του κειμένου;».  Στη Ρητορική, ο Αριστοτέλης κατηγοριοποιεί τα κείμενα με βάση το σκοπό ή τη λειτουργία (π.χ. πειθώ, επεξήγηση, ψυχαγωγία), ενώ μεταγενέστεροι διανοητές έχουν αναπτύξει μοντέλα για τη διάκριση των κειμένων με βάση το στόχο τους.

3. Η ορολογία: το σύνολο δηλαδή των όρων που ανήκουν στην ειδική γλώσσα ενός ορισμένου θεματικού πεδίου.Υπάρχουν τρεις διαστάσεις: η γνωστική (cognitive), η γλωσσική (linguistic) και η επικοινωνιακή (communicative) διάσταση.

4. Οι μεταφραστικές δεξιότητες/ικανότητες των μεταφραστών: ο Hewson εισήγαγε τη διάκριση μεταξύ γλωσσικής και εξωγλωσσικής/πολιτισμικής ικανότητας του μεταφραστή, η Nord τη διάκριση μεταξύ μεταφραστικής/μεταβατικής ικανότητας (tranfer competence) και ερευνητικής ικανότητας του μεταφραστή (factual and research competence), ενώ ο Bachman τη διάκριση μεταξύ οργανωτικής, πραγματολογικής και στρατηγικής ικανότητας του μεταφραστή.

5. Η έννοια του λάθους: όλοι σχεδόν που ασχολούνται με τη μετάφραση συναινούν στο διαχωρισμό μεταξύ γλωσσικού και μεταφραστικού λάθους, ενώ υπάρχουν κι άλλες κατηγορίες λαθών. O Spilka διακρίνει τα συστηματικά λάθη (erreurs), τα μη συστηματικά λάθη (fautes=ατοπήματα) και τις αποκλίσεις (écarts). Ο Gile διαχωρίζει τα λάθη που αφορούν την κατανόηση του κειμένου, τα οποία και γίνονται στο στάδιο της ανάγνωσης του πρωτότυπου κειμένου, από εκείνα που αφορούν την απόδοση του κειμένου, τα οποία παρατηρούνται στο στάδιο της μετάφρασης. Και τα δύο είδη λαθών οφείλονται είτε στην ελλιπή επαλήθευση των στοιχείων είτε σε ελλιπή τεκμηρίωση.  Κατά τον Gouadec, το απόλυτο λάθος αντιστοιχεί σε μια παρέκκλιση, η οποία δεν δικαιολογείται από κανένα κανόνα, πολιτισμικό ή γλωσσικό, αλλά ούτε και από τους κανόνες χρήσης της γλώσσας. Το σχετικό λάθος, από την άλλη, χαρακτηρίζεται ως τέτοιο καθότι βρίσκεται σε άμεσο συσχετισμό με το εκάστοτε μετάφρασμα. Για τη Nord υπάρχουν τρεις κατηγορίες λαθών: τα πραγματολογικά, που αφορούν τις πραγματολογικές πληροφορίες του κειμένου, τα πολιτισμικά, που αφορούν τη νόρμα και τις υφολογικές συμβάσεις της πολιτισμικής πραγματικότητας της γλώσσας άφιξης, και τα γλωσσικά που αφορούν τη γραμματική, το λεξιλόγιο, την ορθογραφία, τη στίξη κ.τ.λ. Ο Pym διαχωρίζει τα λάθη σε λάθη δυαδικής φύσης, όπου η διάκριση μεταξύ σωστού και λάθους είναι ξεκάθαρη και σε λάθη μη δυαδικής φύσης. Πρόκειται για επιλογές που θεωρούνται ορθές ή εσφαλμένες σύμφωνα με τους κανόνες της γραμματικής και της «σωστής» χρήσης του λεξιλογίου, της χρήσης του κατάλληλου λεξιλογίου. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι στη μετάφραση θα πρέπει να ακολουθείται η μη δυαδική προσέγγιση που συνδέεται με την έννοια του βαθμού ακρίβειας στη μετάφραση (sufficient degree of precision). Πρόκειται για μια επικοινωνιακή προσέγγιση γιατί αυτό που ενδιαφέρει είναι ο αντίκτυπος του λάθους στον αναγνώστη.

shutterstock_106645070

Όσον αφορά τα αίτια που οδηγούν σε μεταφραστικά λάθη, ο Gile διακρίνει τις παρακάτω αιτίες λαθών:

Τα σημασιολογικά λάθη οφείλονται κυρίως στους παρακάτω λόγους:

  1. Ανεπαρκής/ελλιπής γνώση της γλώσσας αφετηρίας
  2. Μη προσεκτική ανάγνωση του κειμένου αφετηρίας
  3. Κακή ποιότητα του κειμένου αφετηρίας
  4. Μη προσεκτική απόδοση του κειμένου άφιξης
  5. «Μηχανικό» λάθος τη στιγμή της μεταφοράς
  6. Ανεπαρκής/ελλιπής γνώση της γλώσσας άφιξης
  7. Πρόβλημα επεξεργασίας των νέων πληροφοριών (informations ad hoc)

Τα μορφολογικά λάθη οφείλονται κυρίως στους παρακάτω λόγους:

  1. Ανεπαρκής/ελλιπής γνώση της γλώσσας άφιξης
  2. Ανικανότητα του μεταφραστή να αποστασιοποιηθεί από τις γλωσσικές δομές του κειμένου αφετηρίας κατά την απόδοσή του στη γλώσσα άφιξης
  3. Μη προσεκτική απόδοση και απουσία επαλήθευσης της αποδεξιμότητας του μεταφράσματος.

Και τέλος αδυναμίες ως προς την ορολογία και τη φρασεολογία σε ένα εξειδικευμένο τομέα. Αυτές οι αδυναμίες οφείλονται στην απουσία ή στην έλλειψη επαρκούς έρευνας ή στην κακή επιλογή πηγών ή στην κακή χρήση αυτών των πηγών.

6. Η έννοια του προβλήματος στη μετάφραση: τα προβλήματα στη μετάφραση είναι ορισμένα αντικειμενικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν όλοι οι μεταφραστές κατά τη μετάφραση κειμένων και η μεθοδολογική ικανότητα, η στρατηγική, παίζει σημαντικό ρόλο στην επίλυσή τους. Τα μεταφραστικά προβλήματα είναι φυσικά άμεσα συνδεδεμένα και συνυφασμένα με τις μεταφραστικές ικανότητες. Μια κατηγοριοποίηση των προβλημάτων αυτών, είναι η εξής:

-γλωσσικά προβλήματα (λεξιλογικά, συντακτικά, κειμενικά)

-εξωγλωσσικά προβλήματα (πολιτισμικά, θεματικά, εγκυκλοπαιδικά)

-προβλήματα μεταφοράς (δυσκολίες στην εξεύρεση της δυναμικής ισοδυναμίας του Nida)

-ψυχοφυσιολογικά προβλήματα (αφορούν τη δημιουργικότητα, τη λογική σκέψη κ.τ.λ.)

-επαγγελματικά προβλήματα (αφορούν την τεκμηρίωση κ.τ.λ.)

Υπάρχουν ορισμένοι συγγραφείς οι οποίοι έχουν επιχειρήσει να καθορίσουν τα χαρακτηριστικά των κειμένων που πρέπει να επιλέγονται και τις παραμέτρους που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του βαθμού μεταφραστικής πράξης και δυσκολίας. Για παράδειγμα, η Christiane Nord κάνει μια ενδιαφέρουσα διάκριση μεταξύ μεταφραστικών προβλημάτων και μεταφραστικών δυσκολιών. Τα μεταφραστικά προβλήματα σχετίζονται με το πρωτότυπο, ενώ οι μεταφραστικές δυσκολίες εξαρτώνται από τον εκάστοτε μεταφραστή (ελλιπείς γλωσσικές, πολιτισμικές ή μεταφραστικές δεξιότητες ή μη κατάλληλα υλικά επιχειρηματολογίας).

Προκειμένου να καθοριστεί ο βαθμός δυσκολίας μιας μεταφραστικής πράξης θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθες παράμετροι:

Α) ο απόλυτος βαθμός δυσκολίας του πρωτοτύπου

Β) το επίπεδο γνώσεων και ικανοτήτων του μεταφραστή

Γ) οι οδηγίες που δίνονται και τα πραγματολογικά, πολιτισμικά και γλωσσικά μεταφραστικά προβλήματα

Δ) τα διαθέσιμα τεχνικά μέσα και οι συνθήκες εργασίας

Αυτές οι παράμετροι οδηγούν σε τέσσερις κατηγορίες μεταφραστικής δυσκολίας:

1) δυσκολίες που σχετίζονται με το κείμενο (διαφορετικές δομές των δύο γλωσσών, ψευδόφιλες λέξεις…)

2) δυσκολίες που σχετίζονται με το μεταφραστή (αδυναμίες του μεταφραστή όσον αφορά τη γνώση της ξένης γλώσσας)

3) δυσκολίες που σχετίζονται με πραγματολογικά στοιχεία (πρωτότυπα κείμενα περιέχουν πολλά στοιχεία ενός πολιτισμού ξένου προς το μεταφραστή)

4) δυσκολίες που σχετίζονται με τα υλικοτεχνικά μέσα (λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, παράλληλα κείμενα, διαδίκτυο που διευκολύνουν το έργο των μεταφραστών).

Translation

Η Christine Durieux επιχειρεί να καθορίσει τα χαρακτηριστικά των κειμένων ανάλογα με τους σκοπούς που υπηρετεί η διδασκαλία της μετάφρασης. Έτσι, για την εκπαίδευση επαγγελματιών μεταφραστών, απαιτείται η εξοικείωση των εκπαιδευόμενων μεταφραστών με το μελλοντικό επάγγελμά τους. Για αυτό το σκοπό, ο διδάσκων θα φροντίσει να χρησιμοποιήσει αυθεντικά κείμενα, αντιπροσωπευτικά δείγματα κειμένων, τα οποία θα συναντήσουν και στην επαγγελματική τους ζωή.

Σύμφωνα με την Durieux, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχει καλό κείμενο με απόλυτους όρους. Ένα κείμενο χαρακτηρίζεται «καλό» αν προσαρμόζεται στο επίπεδο των φοιτητών. Κάθε κείμενο πρέπει να περικλείει την έννοια της προόδου. Έτσι, ένα κείμενο μπορεί να χαρακτηριστεί ως καλό όταν προτείνεται στην αρχή των σπουδών παρά στο τέλος ή όταν αποτελεί αντικείμενο συλλογικής μελέτης στη διάρκεια του εξαμήνου και όχι στις εξετάσεις. Ο διδάσκων θα χρησιμοποιεί εν ολίγοις κείμενα αυθεντικά και θα διευκρινίζει το όνομα του συγγραφέα, την ημερομηνία σύνταξης του κειμένου, το κοινό στο οποίο απευθύνεται κ.τ.λ.

Οι συγγραφείς Μπατσαλιά-Σελλά επιχείρησαν να παρουσιάσουν ένα μοντέλο προσδιορισμού του ΒΜΔ. Κατ’αρχήν, κρίνουν απαραίτητο το πρωτότυπο κείμενο να κατατμηθεί σε μεταφραστικές ενότητες και το άθροισμα που θα προκύψει από το ΒΜΔ κάθε μεταφραστικής ενότητας αποτελεί το συνολικό ΒΜΔ του κειμένου. Έτσι ο ΒΜΔ συγκροτείται από τρεις παραμέτρους:

α. το βαθμό των επιμέρους επιπέδων στα οποία εκφέρεται η μεταφραστική ενότητα, Β.Μ.Δ. : 1-6

β. το βαθμό ερμηνείας που απαιτεί έκαστο επίπεδο της μεταφραστικής ενότητας, Β.Μ.Δ. : 1-3

γ. το σύστημα της γλώσσας άφιξης, το οποίο είτε επιτρέπει τη διατήρηση είτε επιβάλλει τη μετατόπιση του τρόπου εκφοράς της μεταφραστικής ενότητας, Β.Μ.Δ. : 1-2.

Καταλαβαίνουμε ότι ο προσδιορισμός του ΒΜΔ θα μπορούσε να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο στα χέρια ενός διδάσκοντα. Ωστόσο, διαπιστώνει κανείς ότι γίνεται μια προσπάθεια δημιουργίας ενός μοντέλου βασισμένου σε γλωσσικά κριτήρια, χωρίς όμως να λαμβάνει υπόψη την πιο ουσιαστική ενδεχομένως παράμετρο, που είναι ο ίδιος ο μεταφραστής. Ο μεταφραστής, είτε εκπαιδευόμενος είτε επαγγελματίας, πρέπει πάντα να βρίσκει λύση στο πρόβλημα με το οποίο είναι αντιμέτωπος. Για να το κάνει αυτό, καλείται να κινητοποιήσει όλους εκείνους τους μηχανισμούς που θα τον βοηθήσουν να βρει την πιο σωστή λύση όσο πιο άμεσα μπορεί. Τα υλικοτεχνικά μέσα είναι ήδη γνωστά στο μεταφραστή, αυτό που μένει είναι να διαπιστώσει τις δυνατότητες του εγκεφάλου του και τις διεργασίες που διενεργούνται σε αυτό. Για αυτό, θα χρειαστεί η συμβολή των Γνωσιακών Επιστημών.

Εν κατακλείδι, η δυσκολία των κειμένων και η επιλογή τους είτε για παιδαγωγικούς είτε για επαγγελματικούς σκοπούς είναι μια έννοια σύνθετη, η οποία αποτελείται από πολλές συνιστώσες. Οι συνιστώσες αυτές καθορίζονται από το γενικότερο πλαίσιο και διαμορφώνονται ανάλογα με τους στόχους που θέτει ο καθηγητής ή ο υπεύθυνος φορέας και τα υποκείμενα στα οποία απευθύνεται. Στην περίπτωση της μετάφρασης, και δεδομένου του επίσης πολυσύνθετου χαρακτήρας της, η επιλογή των προς μετάφραση κειμένων θα πρέπει να είναι ευέλικτη, ενώ δεν μπορεί να υπάρξει ένα ενιαίο μοντέλο για όλες τις περιπτώσεις. Το βασικό ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντάμε κάθε φορά είναι ποιους σκοπούς πρέπει να εξυπηρετεί η επιλογή του κειμένου. Ένα κείμενο πρέπει να επιλέγεται με σκοπό να μυήσει το φοιτητή στις πραγματικές συνθήκες εργασίας ή με σκοπό να τον κάνει να εφαρμόσει όλες τις αρχές και τις μεθόδους που έχει διδαχθεί; Όσον αφορά τον επαγγελματία μεταφραστή που εξετάζεται σε ένα διαγωνισμό μετάφρασης, τι θέλουμε να πετύχουμε μέσα από το κείμενο που επιλέγουμε; Την ικανότητά του μεταφραστή να βρίσκει λύσεις στα διάφορα προβλήματα υφολογικά, πραγματολογικά κ.ο.κ; Την ταχύτητα εύρεσης λύσεων ή το επίπεδο γνώσεων που διαθέτει; Όπως και να έχει, η επιλογή ενός κειμένου απαιτεί βαθιά γνώση της μεταφραστικής διαδικασίας και όχι μόνο, και πρέπει να γίνεται πάντα με υπευθυνότητα. Και αφού επιλεχθεί το κατάλληλο κείμενο, στη συνέχεια ο καθηγητής ή η επιτροπή που επιλέγει το κείμενο θα πρέπει να δώσει τις σωστές κατευθυντήριες γραμμές στο βαθμολογητή, ο οποίος και αυτός, έχοντας γνώση της μεταφραστικής διαδικασίας, καλείται να διορθώσει το κείμενο με την ίδια υπευθυνότητα.

Το παρόν αποτελεί απόσπασμα της μεταπτυχιακής εργασίας με τίτλο “Ο Βαθμός Μεταφραστικής Δυσκολίας ως αντικείμενο της Διδακτικής της Μετάφρασης”. Μπορείτε να διαβάσετε την εργασία εδώ: https://goo.gl/ZRg048 

Η Ευαγγελία Κλούρα σπούδασε μετάφραση στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και είναι κάτοχος κοινού ελληνογαλλικού Π.Μ.Σ. στις «Επιστήμες της μετάφρασης – Μεταφρασεολογία και Γνωσιακές Επιστήμες». Από το 2013 ζει κι εργάζεται στην Άρτα, όπου διατηρεί το δικό της μεταφραστικό γραφείο (www.arta-translation.com). Είναι μέλος του Δ.Σ. της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Εθελοντών Αιμοδοτών και λατρεύει ό,τι έχει σχέση με τα γαλλικά.

 

Με χαρά διαβάζουμε τα σχόλιά σας!